ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

ΟΙ 432 ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΑΣΕΙΣ,

ΠΟΥ ΜΑΣ ΓΥΡΝΑΝΕ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ 

 

 

Ιδού λοιπόν οι μέχρι τώρα λέξεις που συγκεντρώσαμε κατ’ αλφαβητική σειρά.

A

 1.  Αγκωνή =άκρη καρβελιού φρατζόλας
 2.  Ακρίθια = παρανυχίδες, άγρια σημεία του δέρματος
3.  Αγροικάω = ακούω ή ξαγρυπνώ
4.      Αδειάζω = ευκαιρώ(δεν αδειάζω = δεν ευκαιρώ)
5.      Ακουμπέτι = παρά ταύτα
6.      Ακώ = ακούω
7.      Αλάργα= μακριά
8.      Αλλαξιά= σύνολο ένδυσης,
9.      Αλουποτινάζω = ταρακουνάω δυνατά κάποιον (θα σε αλουποτινάξω.
10.   Aμπαρώνω= κλειδώνω
11.  Αμπέχονο = καπαρντίνα
12. Ανακλανιέμαι = τεντόνωμαι
13. Αναζούπωσε = ξαναζωντάνεψε.
14. Αναρίγησα = ανατρίχιασα
15. Aνασκελώνομαι= ετοιμάζομαι να φύγω
16.Αμπολάω = αφήνω, ελεύθερα, ασύδοτα
17. Ανάκαρο = δύναμη, τσαγανό.
18. Ανασκελώθηκε = έπεσε ανάσκελα
19. Ανεβάσταγη = ανυπόμονη, αυτή που δεν κρατιέται.
20. Ανήλιαγο = Αυτό που δεν το βλέπει ο ήλιος.
21. Αξύριγος = αξύριστος
22. Απίδι= αχλάδι,
23. Απόκανα = παρακουράστηκα,
24. Αποσταίνω = κουράζομαι
25. Αποσπερού = απόψε το βράδυ
26. Αραχνος = κακομοίρης,
27. Αρμάκι = μάντρα
28. Αρούκατος= άτσαλος
29. Αρναούτης = ισχυρογνώμων
30. Ασκί = τουλούμι.
31. Απαυτώνω = κάνω έρωτα με μια γυναίκα
32. Απόπατος = τουαλέτα
33. Αραούζης = ασουλούπωτος
34. Απαντοχή = υπομονή
35. Αυτούνο αυτού = αυτό εκεί
36. Αποκορωμένος = καταραμένος
37. Αποκρεύω=σταματώ να τρώω κρέας
38. Απάγκιο = μέρος χωρίς αέρα
39. Ανάρτυγο=φαγητό χωρίς λάδι
40. Απόρριξε =απέβαλλε 
41. Ανεβάσταγος=ανυπόμονος
42. Αράδα = σειρά.
43. Άρατος = άφαντος
44. Αρτήθηκα = έφαγα.
45. Αφαλόκομα=  μαχαίρωμα, σφάξιμο (θα σε αφαλοκόψω= θα σε μαχαιρώσω, θα σε σφάξω)
46. Αφόρμησα = μολύνθηκα
47. Αχάραγο = αφώτιστο
48. 
Αψίω = τρώω χωρίς ψωμί
Β.
49. Βαλμάς = ο εργάτης που χτύπαγε τα άλογα στο λιοτρίβι.
50. Βατεύω = κάνω sex με παρθένα
51. Βαγένι = βαρέλι
52. Βαγιολι = πανι για τρόφιμα
53. Βανιώνω = παχαίνω
54. Βερεσιγέ = χωρίς πληρωμή
55. Βουή σας μαύρη = προσέξτε θα σας βρει μεγάλο κακό
56. Βρακοζώνι = ανδρικό εσώρουχ0 με πόδια
57. Βίκα = στάμνα
58. Βατουριώνω, βατώνα= σύμπλεγμα από βάτα
59. Βιζιδάδι = έμπλαστρο
60. Βαβίζω = γαυγίζω ή φωνάζω
61. Βαρελίτσα=μικρό βαρελοειδές ξύλινο δοχείο.
62. Bούζα= χοντρή γυναίκα
63. Βούτα = τη χρησιμοποιούμε για τα μεγάλα βαρέλια χτιστά συνήθως που είχαν στα                
      χτήματα για να γεμίζουν νερό για τις διάφορες αγροτικές εργασίες.
64. Βουτσί ή Βαένι = το βερέλι που έβαζαν το μούστο.
Γ΄
65. 
Γράνα = )χαντάκι αποστράγγισης νερών  ή οριοθέτησης αγροτεμαχίων
66. Γαστέρα = κοιλιά
67. Γουρνοπούλα, = γουρουνόπουλα
68. Γερούτσος = γεροντοπαλλήκαρο.
69. Γεμενί = χρωματιστό μαντήλι του κεφαλιού
70. Γιούρντες = είδος γυναικείου παλτώ χωρίς μανίκια
71. Γκαβαλίνα = η κοπριά των ζώων. Από εκεί πηγάζουν και οι χαρακτηρισμοί Γκάβαλος που
      σημαίνει ότι κάποιος είναι σκατάς, βλάκας, όπως και το γκάβαλο που είναι η ακαθαρσία
      της μύτης.
72. Γκοργκούνι= αστράγαλος
73. Γκώνω= μπουχτίζω από το πολύ φαγητό – επέρχεται κορεσμός, έγκωσε από το πολύ φαγητό.
74. Γιάτρα = κοίτα ( για τήρα)
75. Γιγκλες= εξαρτημα του σαμαριου
76. Γιούκος, τρακάδα = κουβέρτες και παπλώματα το ένα πάνω στο άλλο, που τα έβαζαν οι
      νοικοκυρές πάνω στα μπαούλα.
77. Γιουρούκι = σκουντούφλης
78. Γκριτζάλα = ειδικό ξύλο με δόντια.
79. Γκουργκούνι = αστράγαλος
80. Γλυφοσαγανάς = αυτός που γλείφει το πιάτο.
81. Γνέματα = νήματα
82. Γούπατο = η περιοχή που είναι χαμηλή (γούβα)
83. Γουστέρα = σαύρα
84. Γούτος = αρσενικό περιστέρι, αυτός που είναι διπλοσάγωνος όταν είναι μουτρωμένος.
85. Γράβαλο = Είδος τσουγκράνας που χρησιμοποιείται στον καθαρισμό της σταφίδας.
Δ΄
86. Δεν κοτάς να τσίξεις = Δεν τολμάς να μιλήσεις
87. Δικόνες μου = ο δικός μου
88. διπουτσοσε=έδεναν τα κατσίκια απο τα πόδια
89. Δραπέτσι = πολύ ξυνό (το πορτοκάλι είναι δραπέτσι)
90. Δριστέλια = η νεροτριβή.
91. Δώθενε = από εδώ
Ε΄ 
92. Ευτού = εκεί
93. Εντο = νάτο
94. Εντοσα = ξεπιάστηκα
95. Ερχόσαντε = Ερχόντουσαν
96. Εφτούνο = αυτό
97. Έχουτε = έχετε.
  Ζ΄
98.Ζεματάω = ρίχνω σε καυτό νερό.
99. Ζεμπερέκι = πετούγια πόρτας

  Η΄

100. Ήσαντε = Ήσαν, ήτανε                                                                                                                      101. Ήντουσαν= Ήσαν, ήτανε

 Θ΄ 
102. Θέλουτε = θέλετε
 Κ΄
103. Κακαβολίθι = τρεις πέτρες που τοποθετούσαν το καζάνι όταν πήγαιναν στη νεροτριβή.
104. Καλύβω = καλύπτω.
105. Καλικούτσα = παίρνω κάποιον στην πλάτη….θα σε πάω καλικούτσα
106. Καμώνομαι = σωπαίνω.
107. Καπισταλι = ξυλο στο στομα για ταζωα για να μην βιζενουν                                                          108. Καριόλα = ξύλινο κρεβάτι
109. Καρκατζέλες = κοπριά κατσίκας.
110  Καρκάτζουλας = πολύ αδύνατος άνθρωπος.
111. Καρλαύτης = αυτός που έχει μεγάλα και πεταχτά αυτιά
112. Καρίτζαφλας = Ο λάρυγκας της κότας, κόκορα κλπ
113. Καρούτα= ξύλινη σκάφη ή ποτίστρα ζώων
114. Καταλιακού= μες τον ήλιο.
115. Καταλαχού= κατά τύχη
116. Κατσαβονιά, κατσαβονιάρης = η ζαβολιά, ο ζαβολιάρης
117. Κατσικώθηκε= αυτός/αυτή που καθεται και δεν φεύγει με τίποτα.
118. κατσιμπούλα = μικρή πεταλούδα
119Κατσιφάρα= καταχνιά, ομίχλη
1
20. Κατσούλα = γάτα
121. Κατσόνι = ένα ξύλινο εργαλείο σα μαγκούρα ή γκλίτσα που κατεβάζουν την κλάρα της ελιάς.
122. Καταπίτης ή καταπιώνα= οισοφάγος
123. Κατακεφαλιά =καρπαζιά
124. Καψερός = ο καημένος.
125. Κείθενε = από ‘κει,
126. Κειώνω = τελειώνω, συμπληρώνω.
127. Κλαίει τα μυρενά = κλαίει και οδύρεται, κλαίει από την πολύ στενοχώρια.
128. Κλιτσινάρα = Το πίσω μέρος του γόνατου, η κλείδωση.
129. Κλ.ωνα = κλωστή
130. Κιούπι = πήλινο,λαγήνι
131. Κουτσούνα= κούκλα, το παιχνίδι
132. Κούκλα = καλαμπόκι
133. Kοκόσια = αμύγδαλο
13
4. Κολιάνιτσα = ευκοίλια
135. Κότσαλα = Τα ξερά τσαμπιά της σταφίδας χωρίς τις ρώγες.
136. Κουλούκι = το κουτάβι
137. Κουλουμπαράς = Κουμπαράς που μαζεύουμε χρήματα.
138. Κουτρούλι= σωρός χώματος,αυλάκι ντομάτας
139. Κουμούτσι = χοντρό κομμάτι ψωμιού
1
40. Κουβενταρία = λογοδιάρρια.
141. Κουνενές = μωρό
14
2. Κόρυζα = αρρώστια πτηνών.
143. Κρησάρα = λεπτό κόσκινο.
144. Κονταυγές = χαράματα
145. Κουτσουμπέλι = πιτσιρίκι
14
6. Κενώνω = σερβίρω- αδειάζω.
147. Κιβούρι = μνήμα
148. Κολετσίνες, Μποτσίκια = Η Κρεμμύδα που κρεμάμε την πρωτοχρονιά
149. Κοτάω = τολμώ (Δεν κοτάω να μιλήσω = δεν τολμώ να μιλήσω)
150. Κόφα = μεγάλο καλάθι.
151. Κοφίνι =καλάθι.
152. Κόφτρα = μακρύ πριόνι με δύο λαβές που το χειρίζονται δύο άτομα.
153. Κότσαλα = κοτσάνια    
154. Κουκουνιάζω = Όταν τα βόδια έτρεχαν εξαγριωμένα όταν τα τσίμπαγε η μύγα κουκουνόμυγα.
15
5. Κούμπλα = βρύση,
15
6. Κουργιαλοί = αυλάκι για φύτεμα ντομάτας.
157. Κουτουρού = τυχαία
15
8. Κοτσώνομαι = καμαρώνω
159. Κατσόνι = ξύλινο εργαλείο τραβήγματος κλαριού
160. Κοπελάτος = υπηρέτης
161. Κουλουπώνομαι =χώνομαι στα σκεπάσματα.
162. Κούρβουλο = αυτός που χτυπάει, κουτσαίνεται
163. Κυλίφι = μαξυλαροθήκη
16
4. Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα.
 
Λ΄
165.Λαγκεύει (το μάτι μου) = Παίζει το μάτι μου (νευρικό), πετιάται.
166. λαγκουνίζει = γυαλίζει (συνήθως λόγω λαδώματος)
167. Λάκκος = αργαλειός
168. Λάχανα = τα άγρια χόρτα των αγρών.
169. Λιαδώματα = Κατσίκια
170.  Λινάτσα = (Μεταφορική λέξη) Κατεργάρης, απατεώνας
171.  Λιοπανάζω= δέρνω κάποιον τόσο πολύ που σέρνεται σαν λιόπανο (θα σε λιοπανιάσω)
172.  Λουτσίζομαι = πλένομαι, βρέχομαι
173.  Λοκάνικο = λουκάνικο.
174.  Λιάστρα = απλωμένα κάτω.
175. Λιμπιά = τσιμεντένια υπαίθρια πλυντήρια.
176.  Λόπια = Φασόλια ξερά.
177. Λουτριάζω τα βαρέλια = Πλύσιμο και καθάρισμα των βαρελιών από τη λάσπη.
 
Μ΄
178. Μαθές = λοιπόν
179  Ματσούκι = κοντόχοντρο ραβδί
18
0. Μάπα= λάχανο.
181. Μάπα = σφουγκαρίστρα
182. Μάπισμα = το σφουγκάρισμα.
183. Μαρτίνι = κατσίκι
18
4. Μαπίζω = σφουγκαρίζω
185. Με μερμελάει= με ενοχλεί
186. Με πήγε σούρσιμο, σούρτσι = είχα διάρροια
187.Μέσκουλες = μούσμουλα
188. Μολόχα = γεράνι
189. Μούργα =χοντρό κατακάθι λαδιού.
190. Μούρτζι = Αχνοφεγγιά
191. Μουστρίθηκες = Πασαλίφθηκες στο πρόσωπο.
192. Μπαζουνιάζω= τρώω πολύ
193. Μπαρτουμια= τα δερματα που κρατάνε το Σαμαρι
194. Μπατανία= χοντρή κουβέρτα.
19
5. Μπουγέλος = κουβάς.
196. Μπορούτε = μπορείτε
19
7. Μπόσικα = χαλαρά.
198. Μπάκα = κοιλιά.
199. Μπαμπουλώνομαι ή μπουμπουλώνομαι = φοράω πολλά ζεστά ρούχα
200. Μπούρδας = χοντρός
201.Μπουρνέλια = κορόμηλα
20
2. Μπουσουρντάνο = ντενεκές.
203. Μασιά = σιδερένιο όργανο για τα κάρβουνα.
204. Μπάκακας =βάτραχος
205. Μπλαφούσκιασα = ζάρωσε, κρέμασε το πρόσωπό μου
206. Μπλαβιάζω, μπλαβινίζω = μελανιάζω
207. Μπιντόνα = ντενεκές
208. Μπότης= πήλινο δοχείο κρασιού.
209. Μπουζία = γουρούνια.
210. Μπορμπόλια = στα μπούνια, όταν παίρνουμε κάποιον στους ώμους μας.
211. Μπότσα = ειδικό δοχείο από ορείχαλκο που χωρούσε δύο οκάδες λάδι.
212. Μπουχίζω = καταβρέχω με νερό 
21
3. Μπροστέλα, μπροστοποδιά = ποδιά της νοικοκυράς.
21
4. Μαζόχτη = μαζεύτηκε- έφτασε
21
5. Μπαζίνα = χυλός από καλαμποκάλετρο
21
6. Μου βγήκε η λασά = μου βγήκε η γλώσσα
Ν΄
217. Ναχρικά = κατσαρολικά
218. Νίδι = ένα μικρό κομμάτι
219. Νταβάς = χάλκινο ταψί με καπάκι
220. Νάκα = φορητή κούνια μωρών που έβαζαν στην πλάτη τους οι αγρότισσες
221. Ντενεκές στον ούρλο = ντενεκές στον κώλο του σκύλου ή γάτας.
222. Ντόνω = ξεμουδιάζω,
223.Ντορβάς = ταγάρι
Ξ΄ 
22
4. Ξάϊ = το δικαίωμα 10% που έπαιρνε ο μυλωνάς για το άλεσμα του σταριού.
225. Ξείκλωτος = ατιμέλητος
226. Ξεκάμπησε, = βγήκε από τον κάμπο, συνήθως τη χρησιμοποιούμε όταν έχει αργήσει κάποιος 
        και επιτέλους τον βλέπουμε να έρχεται.
227. Ξεκορφαρίζω = ο ψηλός που ξεχωρίζει.
228. Ξεκοτσαλίζω = βγάζω τα κότσαλα (συνήθως με το γράβαλο)
229. Ξελέμιασμα = σφάξιμο κόκορα.
2
30. Ξεσαγωνιάστηκα = αδυνάτισα πολύ.
231. Ξεκωλώνω = ξεριζώνω
232. Ξυλοκέρατα = χαρούπια.
233. Ξεμπατινιάστηκα = ξεπατώθηκα.
234. Ξεμπινιάστηκα = ξεμεσιάστικα
235. Ξεσπίνισμα = η αφαίρεση του σπόρου του καλαμποκιού.
236. Ξεστερίζουμαι = δεν λαμβάνω υπ’ όψιν.
Ο΄
23
7. Ολούθε = παντού
23
8. Ολοτρυπίριστος = γεμάτος τρύπες, αυτόν που έχουν τσιμπήσει πολλά κουνούπια
239. Ούλοι = Όλοι
Π΄
240. Παλιόπραμα = παλιάνθρωπος
241. Πάντα = μεριά, πλευρά, άκρη (κάνε στην πάντα)
242. Πάκια = πλευρά (στο ανθρώπινο σώμα)
243. Παράλυτε, (ρε) =  ο βλάκας, ο άχρηστος.
24
4. Παραγώνι = τζάκι
245. Παράφθαστο = αξεπέραστο 
24
6. Παρδαλίζουν = λέγετε όταν οριμάζουν τα σταφύλια.
247. Πασαράς = σουρωτήρι (το σκεύος)
24
8. Πασπαλώ = ρίχνω άχνη ζάχαρη.
249. Πασταριά = η μια πάνω στην άλλη.
250. Πατάκα = πατάτα.
2
51. Παταλιά = οριζόντια θέση τραυματία
25
2. Πατσαβούρα, πετσάφι = πρόχειρο πανί που χρησιμοποιείται κατά και μετά το φαγητό.
253. Πελεκάω = χτυπάω.
255. Περικάλεση = συγκέντρωση γυναικών σε σπίτια για ομαδική εργασία.
255.Πετσάφι = μικρό πανί κουζίνας
25
6. Πετσί λουρί = χέσιμο,
257. Πίγκωσα = βούλωσε η μύτη μου
258. Πιλαλάω = τρέχω,
25
9. Πιλάλα = τρέξιμο,
260. πινιάτα = μικρό πήλινο πιθάρι
261. Πιτάρι = μελισσοκέρι
262. Πιοτούρα = κρασοκατάνυξη
26
3. Πέσε μου = πες μου,
26
4. Πλακουτσά = πλακωτά.
265. Πλευρομετρώ= σπάω το κόκκαλα ( θα σε πλευρομετρήσω)
266. Πλέχτρες = Οι πλεξίδες των κρεμμυδιών.
267.Πουντιάζω = ξεπαγιάζω
26
8. Πούντος = το μεγάλο δάχτυλο του χεριού,
269. Πράϊτα (τα) = τα πρόβατα
270. Προγκάω = διώχνω κάτι με φωνές, τον φοβίζω
271. Πούργι = μεγάλο και φαρδύ καλάθι φρούτων,
272. Πρασιές = Κοπάδια γουρουνιών, που έβοσκαν ελεύθερα στο βουνό.
27
3. Προσμπούκι = κολατσιό
27
4. Προσφέρνω = παρομοιάζω με κάποιον άλλο
27
5. Προσώρας = προσωρινά.
276. Πρωιμιές = πρώιμα σπαρτά.
Ρ΄
27
7. Ρεντίκολο = ρεζίλι, γελοίο
278. Ρεψοχέρης =αυτός που κρατάει κάτι και του πέφτει εύκολα.
279. Ροβολάω = κατεβαίνω τρέχοντας.
280. Ρογός = αποθηκευτικός χώρος του άχυρου στο κατώι του σπιτιού.
281. Ρόμπα = Ο ξεφτύλας, ρεζίλης ευτελής. (Η λέξη αυτή λέγεται πλέον σε όλη την Ελλάδα,
        αλλά ξεκίνησε από τη Μεσσηνία) 
282. Ροί = σκεύος που βάζουμε το λάδι, λαδερό
283. Ρούγα = γειτονιά
284. Ρουκουνιάζω= τρώω πολύ και γρήγορα
285. ρουκούλησε = κύλησε
286. Ρουπώνω = χορταίνω
287. Ρουτα = πανινι/φτιαρι   Καθαριζαν το φουρνο ξυλοφουρνο
288. Ριτσίδι = βράχηκα ως το κόκαλο.
28
9. Ρεντάω = ραντίζω.
Σ΄
2
90. Σαγάνι = πιάτο,
291. Σάϊσμα = Χοντρό ύφασμα πλεγμένο από μαλλί κατσίκας που το στρώνουν σαν χαλί και
        παλιά το φόραγαν οι βοσκοί (η κάπα)
292. Σακάτου = εκεί κάτω,
293. Σακείθε = Αντε πήγαινε από εκεί.
294. Σαλάγημα = Κυνήγημα
29
5. Σαμαροπάϊδα = η λεπτή σανίδα στο πλάϊ του σαμαριού.
296. Σαπάνου = εκεί επάνω.
297. Σαρωματίνα = χορτάρινη σκούπα,
298. Σαρώνω = σκουπίζω,
299. Σαρωματίνα = χορτάρινη πρόχειρη σκούπα
300. Σάψαλο = σάπιο
301. Σβερκώνω = χτυπώ κάποιον στο σβέρκο.
302. σβώλος = μικροκαμωμένος.
303. Σβιλάδα = τρέλλα.
304. Σγαρλίζω = σκαλίζω το χώμα  επιφανειακά όπως οι κότες. 
305. Σγούφτω=σκύβω,
306. Σγρουμπούλι = ογκίδιο στρογγυλό
307. Σγουμπαίνω = καμπουριάζω, είμαι σκυφτός
308. Σειριά = σόϊ
30
9. Σεργούνι = η ξεφτύλα
310. Σίχλος = κουβάς
311. Σκάλος = σκάλισμα
312. Σκαρίζω = βγαίνω, προβάλω από κάπου
313. Σκατοψύχια = κατάρες.
314. Σκαφίδα = η σκάφη που έπλεναν τα ρούχα.
315. Σκαφίδι = η σκάφη που ζύμωναν το ψωμί.
31
6. Σαπέρα = πήγαινε πέρα,
31
7. Σκαπέτησα = έφτασα ή έφυγα,
318. Σκεύομαι = σκέπτομαι
31
9. Σκουληκαντέρα = γλίτσα.
320Σκουτέλα= κούπα
3
21. Σκιάχτηκα = τρόμαξα,
322. Σκουτέλα = φλυτζάνα
3
23. Σουβή=συμφορά,
324. Σκατογένης = διάβολος
325. Σκορδοστούμπι = γουδί,
326. Σκουράντζος= ρέγγα,
32
7. Σκούζω = φωνάζω,
328. Σκουτέλα= κούπα
329. Σοροβλιάστηκε = έπεσε
330. Σούγελο = υδροροή
331. Σούδα = στενό δρομάκι,
332. Σουράω= σφυρίζω,
333. Σπάρτο = κατσαφάνα
334. Σταθιμός= σταθμός,
335. Σπερνά = κόλυβα,
33
6. Σποράκλα, με σπόρισε = διάρροια.
337. Στοιχερό = χοντρό ξύλο με διχάλα στο πάνω μέρος που έδεναν τα άλογα στο κέντρο του
        αλωνιού.
33
8. Στρατόνι = πεζούλα
33
9. Στράφι = άδικα (πήγε στράφι)
3
40. Στρεκλάω = βαδίζω δεξιά αριστερά, σκοντάφτω
341. Στρινιάζω = στραβομουτσουνιάζω
342. Στροφιάζομαι = πέφτω για ύπνο
343. Συφουλιάζομαι = σκεπάζομαι,
34
4. Συμπράκαλα = διάφορα είδη οικιακής ή ατομικής χρήσης.
345. Συνεμπάζω = μαζεύω, γυρίζω
34
6. Στάσεις = βραγιές που φυτεύουν πχ σκόρδα
347. Σκούρκος =χρυσόμυγα.
348. Σιγουρεύω = κρύβω,
349. Στεγνώξω = στεγνώσω
350. Σύχλο = κουβάς
3
51. Σφαρδάκλι = βάτραχος
3
52. Σώνει = φτάνει.
353. Σώστο = πιάστο
354. Σωμάρα = Όταν μειώνονται οι δυνάμεις μας.
Τ΄
355. Τάσι ή τασάκι= σταχτοδοχείο,
356. Τανιέμαι = σφίγκομαι,
357. Ταπίστωμα = ανάποδα
358. Ταχειά = αύριο,
359. Τέτζερης = κατσαρόλα,
360. Τέντα = ανοιχτά, διάπλατα,
361. Τηλώθηκα = χόρτασα
362. Τι λογό = τι είδος,
363. Τηράου=βλέπω,
364. Τούμπησα = έπεσα επάνω, κουτούλησα
365. Τουρλώνω = φουσκώνω,
366. Τουρνόκολα = ανάποδα
36
7. Τουρνοκολιάστηκε = έπεσε άγαρμπα
36
8. Τράβα= καδρόνι στέγης,
369. Τριφτάδια = είδος ζυμαρικών που έφτιαχναν οι νοικοκυρές. 
370.Τριχιά = σκοινί
372. Τρόκανι = κουδούνι αιγοπροβάτων
373. Τσακάω = τσακίζω
374. Τσαλάχατα = φωνάζουν το πρόβατα
375. Τσαλίμια, τσαλιμάκια = νάζια
376. Τσαντίλα = ύφασμα που πήζουν το τυρί.
377. Τσάπια (τα) = Οι κακές συνήθειες
378. Τσαούσα = γυναίκα που δεν ανέχεται και πολλά πολλά
379. Τσαφάρι = κνήμη του ποδιού,
380. τσεράνα = δύστυχη
381. Τσιγαρολάχανα = μυρωδικά χόρτα,
3
82. Τσικάου = τσουγκρίζω.
383. Τσοκανάω = κόβω, πετσοκόβω.
384. Τσότρα= δοχείο κρασιού,
385. Τσουλάγρα = πιτσιλιά
386. Τσουτσουρώνω = αγριεύω
387. Τσεμπερέκι ή ζεμπερέκι= πόμολο ή σύρτης πόρτας,
389. Τσουμπλέκια= κουζινικά σκεύη,
3
90. Τσουράπι= κάλτσα,
3
91. Τσιγκλάω = προτρέπω,
3
92. Τσεμπέρι ή τσεμπέρα = Γυναικείο μαντήλι.
Φ΄  
3
93. Φακλάνα= κακόφημη γυναίκα (πουτάνα).
3
94. Φαγανιάρης = λαίμαργος
3
95. Φελί = ένα κομμάτι παστού βακαλάου
396. Φινωμένο φρούτο = το φρούτο που είναι στεγνό, χωρίς πολλούς χυμούς.
397. Φιότσος = βαφτηστήρι
398. Φκτίκια = βαφτιστικά ρούχα
399. Φλέσουρα = μικρά σκουπιδάκια από ξύλα
400. Φλομώνω = ζαλίζω.
401. Φλουμπέτες = Οι καντήλες με υγρό
402. Φλύχτρες = σπυράκια
403. Φόλος = Το αυγό που έβαζαν οι νοικοκυρές, εκεί όπου γεννούσαν οι κότες τα αυγά, σαν 
        οδηγό
404. Φούγα = οργή
405. Φουρφουράω = θορυβώ
406. Φούφουτος = ο ανύπαρκτος
40
7. Φρύξες = ψωμί προηγούμενης ημέρας που το ψήνουν στο φούρνο
408. Φτενός = λεπτός.
40
9. Φτούνος = αυτός.
Χ.
410. Χαήλωσα = χάζεψα, έμεινα με το στόμα ανοιχτό και αφηρημένο ύφος
411. Χάμου = κάτω.
412. Χαμούρι = το σπάσιμο του ελαιόκαρπου και μετατροπή του σε πολτό.
413. Χαρανί = καζάνι,
414. χαράρι = δυκτιωτό πλέγμα, για τη μεταφορά άχυρου/σανού
415. Χαντρολέμι = κολιέ,
4
16. Χαλαστάρι = πέτρα
4
17. Χαβάνι = σιδερένιο γουδί.
418. Χαράκι = η αφαίρεση κομματιού από το φλοιό στον κορμό του κλήματος.
419. Χαρχαλεύω = ψάχνω
420. Χαμοκέλα = η παράγκα, το παλιό μισοχαλασμένο σπίτι.
421. Χάφτω = καταπίνω λαίμαργα, ξεγιελιέμαι.
422. χεσαμόλι = φαγητό άθλιας ποιότητας (από το χέσαμε όλοι)
423. Χόβολη = στάχτη.
4
24. Χουνέρι = πάθημα.
425. Χούνι = το φαράγγι
4
26. Χορήγι = ασβέστης.
427. Χουγιάζω = βρίζω.
428. Χόχλος ή χούχλος = Όταν αρχίζει να βράζει πχ ένα φαγητό.
429. Χρίζω = αλείφω.
430. Χρονιάρα = η ημέρα που είναι αργία, καθώς και οι μεγάλες γιορτές
Ψ.
431. ψες = χθές.                          
Ω.
432. Ωρέ = Ρε